Διήγημα: Αμάξι στη λίμνη
Πυκνή ομίχλη σκεπάζει σήμερα ολόκληρη την πόλη. Όπως και κάθε άλλη φορά που θυμάμαι να βρίσκομαι εκεί τις πρώτες πρωινές ώρες. Βλέπεις μόνο λίγα μέτρα μπροστά σου, ίσα-ίσα να κάνεις μερικά βήματα. Κοιτάζεις τα πόδια σου, τα παπούτσια σου που πατάνε πάνω στην αχνή σκιά σου και ανησυχείς μήπως σε καταπιεί η απέραντη λευκότητα τριγύρω. Όπως ο δόκτορας Δ. στην τρίτη σκηνή, που περπατά ανυποψίαστος, βαδίζει προς έναν μη αναστρέψιμο, απρόβλεπτο θάνατο. Εντελώς ανυπεράσπιστος, με ένα αδικαιολόγητο σθένος, χωρίς να βλέπει, χωρίς να καταλαβαίνει τι συνέβαινε γύρω του. Ξαφνικά, όμως… εντελώς ξαφνικά, κάποιος ή κάτι -δεν είμαι ακόμη βέβαιος για αυτή τη λεπτομέρεια- τον αιφνιδιάζει, τον αρπάζει και τον βρίσκουν την επόμενη μέρα πνιγμένο. Όλα δείχνουν ότι θα είναι ένα βουβό πρωινό και εγώ θαρρείς και επιπλέω, ή ίσως βυθίζομαι, στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα. Λεπτά δέντρα γυμνά από φύλλα με τις στενόμακρες σκιές τους εδώ κι εκεί, θαμπές, πορτοκαλί κηλίδες από τις λάμπες του δρόμου λίγο παρακάτω. Τις θυμ...